Μετάφραση του "cansancio" σε Ελληνικά
Οι κούραση, κόπος είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "cansancio" σε Ελληνικά.
cansancio
noun
masculine
γραμματική
-
κούραση
noun femininePero la presión y el cansancio del nacimiento los atrapó.
Μα η κούραση κι η εξάντληση τους κατέλαβε.
-
κόπος
noun masculine
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " cansancio " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Φράσεις παρόμοιες με "cansancio" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
ψόφιος στην κούραση
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη