Μετάφραση του "cariacontecido" σε Ελληνικά

Οι ανήσυχος, στενοχωρημένος, ταραγμένος είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "cariacontecido" σε Ελληνικά.

cariacontecido adjective masculine γραμματική
+ Προσθήκη

Ισπανικά-Ελληνικά λεξικό

  • ανήσυχος

    επίθετο αρσενικό (-ος, -η, -ο)

    που δεν είναι ήσυχος, που έχει αναστατωθεί ή ταραχτεί για κάτι

    Julio, cariacontecido, pero con cierta esperanza de poder escapar, vio cómo aquel hombre descorría y volvía a correr los cerrojos de las puertas por las que pasaba.

    Ο Χούλιο, ανήσυχος, αλλά με κάποια ελπίδα να μπορέσει να ξεφύγει, είδε πώς αυτός ο άντρας άνοιγε και έκλεινε τους σύρτες των θυρών από τις οποίες πέρναγε.

  • στενοχωρημένος

    μετοχή αρσενικό (-ος, -η, -ο)

    1. (ή στεναχωρημένος) που έχει στενοχωρηθεί, νιώθει θλίψη συνήθως για κάτι συγκεκριμένο 2. που φανερώνει την ύπαρξη στεναχώριας

    Los ejemplos de varones mayores solitarios que había encontrado, tenían otro rasgo en común: eran viudos que caminaban cabizbajos y cariacontecidos.

    Τα παραδείγματα των μοναχικών ηλικιωμένων ανδρών που είχε συναντήσει είχαν ένα άλλο κοινό χαρακτηριστικό: ήταν χήροι που περπατούσαν με το κεφάλι κάτω και στενοχωρημένοι.

  • ταραγμένος

    μετοχή αρσενικό (-ος, -η, -ο)

    που κατέχεται από ανησυχία, δεν έχει ψυχική ηρεμία

    —Señorita Montero, no hace falta que vuelva a disculparse, de veras. He de irme. Resoplé, apenada por cómo se habían desarrollado los hechos. Aún cariacontecida, entré en el periódico, donde me aguardaba un nuevo desafío.

    «Δεσποινίς Μοντέρο, δεν χρειάζεται να ζητήσετε ξανά συγγνώμη, πραγματικά». Πρέπει να φύγω. Ξεφύσησα, στενοχωρημένη από το πώς είχαν εξελιχθεί τα πράγματα. Ταραγμένη ακόμα, μπήκα στην εφημερίδα, όπου με περίμενε μια νέα πρόκληση.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " cariacontecido " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "cariacontecido" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη