Μετάφραση του "caricia" σε Ελληνικά
Οι χάδι, χάιδεμα, κτύπημα είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "caricia" σε Ελληνικά.
caricia
noun
verb
feminine
γραμματική
Estrecho y afectuoso abrazo.
-
χάδι
noun neuterNo una caricia, sino una oleada de dolor.
Όχι ένα τρυφερό χάδι, αλλά ένα κύμα πόνου.
-
χάιδεμα
noun neuterUnas caricias en la panza.
Ένα καλό χάιδεμα στη κοιλιά.
-
κτύπημα
noun
-
Λιγότερο συχνές μεταφράσεις
- θωπεία
- χάδεμα
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " caricia " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη