Μετάφραση του "carnicero" σε Ελληνικά
Οι χασάπης, κρεοπώλης, σφαγέας είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "carnicero" σε Ελληνικά.
carnicero
noun
masculine
γραμματική
Persona que mata animales o prepara su carne para la venta. [..]
-
χασάπης
noun masculineoficio [..]
No puedes decir que todo es provinciano, que eres un carnicero.
Mην κάθεσαι και λες ότι είναι παροικιακό, ότι είσαι χασάπης.
-
κρεοπώλης
nounRandy, comencé de carnicero como tú y me hice camino hasta ser copropietario.
Ράντυ, ξεκίνησε σαν κρεοπώλης, όπως και συ και κατέληξα συνδιοκτήτης.
-
σφαγέας
noun masculineEl carnicero dijo que si no escogía a alguien a quien sacrificar, escogerían por mí.
Ο νεαρός σφαγέας είπε, αν δεν επέλεγα να θυσιάσω κάποιον άλλο, θα επιλέξουν εμένα.
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " carnicero " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Εικόνες με "carnicero"
Φράσεις παρόμοιες με "carnicero" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
χασάπης
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη