Μετάφραση του "carpintero" σε Ελληνικά

Οι ξυλουργός, μαραγκός, επιπλοποιός είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "carpintero" σε Ελληνικά.

carpintero noun masculine γραμματική

Que realiza obras en cemento armado, muros, madera y similares. [..]

+ Προσθήκη

Ισπανικά-Ελληνικά λεξικό

  • ξυλουργός

    noun masculine

    Madame tenía un hermano establecido de carpintero en su pueblo natal.

    Ο αδελφός της Μαντάμ ήταν ξυλουργός στην εξοχή.

  • μαραγκός

    noun masculine

    artesano especialista en el trabajo de la madera

    Es un tipo duro, pero no es carpintero.

    Μπορεί να είναι σκληρός, αλλά δεν κάνει για μαραγκός.

  • επιπλοποιός

    noun masculine
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " carpintero " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Εικόνες με "carpintero"

Φράσεις παρόμοιες με "carpintero" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "carpintero" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη