Μετάφραση του "chance" σε Ελληνικά
Οι ευκαιρία, πιθανότητα είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "chance" σε Ελληνικά.
chance
noun
conjunction
masculine
γραμματική
dar permiso [..]
-
ευκαιρία
noun feminineSi me apuro, tendré una chance con Sophia.
Αν βιαστώ, έχω ακόμα μια ευκαιρία με την Σοφία.
-
πιθανότητα
noun feminineYo no me preocuparía por ello, existe la chance de él no hallar a Whitey.
Εγώ δεν θ'ανησυχούσα, οι πιθανότητες είναι πως ούτε καν θα βρει τον Γουάιτι.
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " chance " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη