Μετάφραση του "chirrido" σε Ελληνικά

Οι τερέτισμα, τερετίζω είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "chirrido" σε Ελληνικά.

chirrido noun masculine γραμματική
+ Προσθήκη

Ισπανικά-Ελληνικά λεξικό

  • τερέτισμα

    noun neuter
  • τερετίζω

    verb
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " chirrido " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "chirrido" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη