Μετάφραση του "chorizo" σε Ελληνικά
Οι λουκάνικο, σαλάμι, κλέφτης είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "chorizo" σε Ελληνικά.
terminar las 50 carambolas en el billar [..]
-
λουκάνικο
noun neuterembutido del cerdo. Se embute con el intestino delgado del cerdo
La tía Viviane decía que parecía un chorizo atado del medio.
Η θεία Βίβιαν είπε ότι έμοιαζε με λουκάνικο δεμένο στη μέση.
-
σαλάμι
noun neuter -
κλέφτης
ουσιαστικό αρσενικό (-ης, -ρα)1. αυτός που κλέβει, που αφαιρεί από κπ. κρυφά ή με τη βία, με δόλο ή με απάτη κτ. που δεν του ανήκει 2. ως χαρακτηρισμός εκείνου που εισπράττει περισσότερα από όσα δικαιούται, που εξαπατά κπ. και οικειοποιείται κτ. που δεν του ανήκει:
La mayoría de los políticos son unos chorizos y unos mentirosos.
Οι περισσότεροι πολιτικοί είναι κλέφτες και ψεύτες.
-
Λιγότερο συχνές μεταφράσεις
- Τσορίθο
- τσορίθο
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " chorizo " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate