Μετάφραση του "cliente" σε Ελληνικά

Οι πελάτης, αγοραστής, πελάτισσα είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "cliente" σε Ελληνικά.

cliente noun masculine feminine γραμματική

Persona que ordena la realización de una obra de arte o un trabajo y paga por ello. [..]

+ Προσθήκη

Ισπανικά-Ελληνικά λεξικό

  • πελάτης

    noun masculine

    Persona que paga por bienes o servicios.

    El cliente siempre lleva razón.

    Ο πελάτης έχει πάντα δίκιο.

  • αγοραστής

    noun adjective

    Ni siquiera sabemos quién es el cliente de Vizago.

    Δεν ξέρουμε ποιος είναι ο αγοραστής του Βισάγκο.

  • πελάτισσα

    noun feminine

    Los cargos fueron desechados, y el cliente consiguió un nuevo trabajo.

    Οι κατηγορίες αφαιρέθηκαν, η πελάτισσα μου απέκτησε δουλειά.

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • παραγγελιοδότης
    • αποδέκτης υπηρεσία υπηρεσία
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " cliente " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Εικόνες με "cliente"

Φράσεις παρόμοιες με "cliente" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "cliente" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη