Μετάφραση του "cobro" σε Ελληνικά
Το συλλογή είναι η μετάφραση του "cobro" σε Ελληνικά.
cobro
noun
verb
masculine
γραμματική
Proceso de recuperación de una deuda de dinero. [..]
-
συλλογή
noun feminineNuestra especialidad es el chantaje... y la parte más difícil es el cobro.
Ειδικότητά μας είναι ο εκβιασμός και το πιο δύσκολο κομμάτι του είναι η " συλλογή ".
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " cobro " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Φράσεις παρόμοιες με "cobro" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
απαίτηση
-
χαλκογραφία
-
Θειικός χαλκός
-
Να σας πληρώσω, παρακαλώ;
-
λεφτά · χρήμα · χρήματα
-
δέχομαι · εισπράττω · εκδίδω λογαριασμό · χρεώνω
-
κράμα χαλκού
-
Χαλκολιθική περίοδος
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη