Μετάφραση του "cocinado" σε Ελληνικά
Οι μαγειρευμένος, μαγειρευμένη, μαγειρευμένο είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "cocinado" σε Ελληνικά.
cocinado
adjective
verb
masculine
γραμματική
a meal cooked on an open fire [..]
-
μαγειρευμένος
masculine -
μαγειρευμένη
-
μαγειρευμένο
Comida cocinada en la cocina.
Εχουμε μαγειρευμένο φαγητό στην κουζίνα.
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " cocinado " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Φράσεις παρόμοιες με "cocinado" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
Plantain
-
μαγειρευμένη · μαγειρευμένο · μαγειρευμένος
-
αρχιμάγειρος
-
πετσέτα κουζίνας
-
κουζίνα · κουζινα · μαγειρείο · μαγειρική · φούρνος
-
Επαγωγική εστία
-
ηλεκτρική κουζίνα
-
κάνω · μάγειρας · μαγειρεύω · παρασκευάζω · φτιάχνω
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη