Μετάφραση του "colon" σε Ελληνικά

Οι κόλον, παχύ έντερο είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "colon" σε Ελληνικά.

colon noun masculine γραμματική

Órgano largo enrollado y tubular que remueve humedad de los alimentos digeridos.

+ Προσθήκη

Ισπανικά-Ελληνικά λεξικό

  • κόλον

    noun neuter

    Le han cortado el colon y le han extirpado los riñones y el útero.

    Το κόλον είχε κοπεί και οι νεφροί και η μήτρα είχαν αφαιρεθεί.

  • παχύ έντερο

    ουσιαστικό ουδέτερο

    σωλήνας που εκτείνεται από το τέλος του λεπτού εντέρου μέχρι τον πρωκτό

    Si te da cáncer de colon, eso es un problema.

    Αν σου κάνει καρκίνο του παχέος εντέρου, αυτό είναι πρόβλημα.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " colon " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Εικόνες με "colon"

Φράσεις παρόμοιες με "colon" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "colon" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη