Μετάφραση του "combatiente" σε Ελληνικά
Οι μαχητής, ψευτομαχητής, εμπόλεμος είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "combatiente" σε Ελληνικά.
combatiente
adjective
noun
masculine
γραμματική
Persona que combate.
-
μαχητής
noun masculineY papá, eres una especie de combatiente secreto del crimen.
Και, μπαμπά, είσαι ένας μυστικός μαχητής του εγκλήματος.
-
ψευτομαχητής
noun masculine -
εμπόλεμος
adjectivepersona que participa directamente en las hostilidades de un conflicto armado
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " combatiente " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία
Combatiente
-
Μαχητής
Εικόνες με "combatiente"
Φράσεις παρόμοιες με "combatiente" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
άμαχος
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη