Μετάφραση του "combustible" σε Ελληνικά
Οι καύσιμο, Καύσιμο, ευέξαπτος είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "combustible" σε Ελληνικά.
Capaz de quemarse. [..]
-
καύσιμο
noun neuterMaterial sólido, líquido, o gaseoso tal como gasolina, aceite, carbón o madera, usado para producir calor o energía al quemarse.
Para los ensayos se utilizará el combustible de referencia adecuado definido en el anexo 10 del presente Reglamento.
Για τη δοκιμή πρέπει να χρησιμοποιείται το ενδεδειγμένο καύσιμο αναφοράς που αναφέρεται στο παράρτημα 10 του παρόντος κανονισμού.
-
Καύσιμο
material capaz de liberar energía cuando se oxida de forma violenta con desprendimiento de calor
Para los ensayos se utilizará el combustible de referencia adecuado definido en el anexo 10 del presente Reglamento.
Για τη δοκιμή πρέπει να χρησιμοποιείται το ενδεδειγμένο καύσιμο αναφοράς που αναφέρεται στο παράρτημα 10 του παρόντος κανονισμού.
-
ευέξαπτος
adjective -
καύσιμα
nounPara los ensayos se utilizará el combustible de referencia adecuado definido en el anexo 10 del presente Reglamento.
Για τη δοκιμή πρέπει να χρησιμοποιείται το ενδεδειγμένο καύσιμο αναφοράς που αναφέρεται στο παράρτημα 10 του παρόντος κανονισμού.
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " combustible " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Φράσεις παρόμοιες με "combustible" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
πυρηνικά καύσιμα · πυρηνικό καύσιμο
-
καύσιμο αεροπλάνων
-
εμπλουτισμός καυσίμου
-
καύσιμη αλκοόλη
-
καύσιμα αλκοόλης
-
καύσιμο οικιακής χρήσης
-
καύσιμο από απορρίμματα
-
πρόσθετο καυσίμου