Μετάφραση του "comercial" σε Ελληνικά

Οι εμπορικός, διαφήμιση, πωλητής είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "comercial" σε Ελληνικά.

comercial adjective noun masculine γραμματική

anuncio publicitario de televisión o radio [..]

+ Προσθήκη

Ισπανικά-Ελληνικά λεξικό

  • εμπορικός

    adjective

    Sin embargo, el sector comercial tiene sus reservas al respecto de la inclusión de estos productos.

    Εντούτοις, ο εμπορικός τομέας διατηρεί επιφυλάξεις όσον αφορά την ένταξη των προϊόντων αυτών.

  • διαφήμιση

    noun feminine

    Promoción de productos o servicios en un formato de media común.

    Ven un sistema político que recae en lo comercial e intereses partidarios para su financiamiento.

    Βλέπει ένα πολιτικό σύστημα που στηρίζεται στην διαφήμιση και αντάρτικα ενδιαφέροντα για την επιχορήγηση του.

  • πωλητής

    noun masculine

    ¿Eres consciente de que era comercial antes de meterse en política?

    Γνωρίζετε ότι ήταν πωλητής πριν μπει στην πολιτική.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " comercial " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "comercial" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "comercial" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη