Μετάφραση του "compeler" σε Ελληνικά

Οι αναγκάζω, υποχρεώνω, εξαναγκάζω είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "compeler" σε Ελληνικά.

compeler verb γραμματική

Forzar a alguien a hacer algo.

+ Προσθήκη

Ισπανικά-Ελληνικά λεξικό

  • αναγκάζω

    verb

    Está sobre la oscuridad en cada uno de nosotros. que nos compele a luchar con los enemigos.

    Είναι πάνω απ'το σκοτάδι μέσα στο καθένα μας που μας αναγκάζει να πολεμάμε εχθρούς.

  • υποχρεώνω

    verb

    La sobrepoblación del sistema penal nos compele a usar las camas vacías.

    Η υπερπληρότητα στις επαρχίες μας υποχρεώνει να πάμε με τις άδειες θέσεις.

  • εξαναγκάζω

    verb
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " compeler " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "compeler" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη