Μετάφραση του "compost" σε Ελληνικά

Οι κόμποστ, κοπρόχωμα, κομπόστ είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "compost" σε Ελληνικά.

compost noun masculine γραμματική

Mezcla de materia orgánica en descomposición utilizada para fertilizar y acondicionar el suelo.

+ Προσθήκη

Ισπανικά-Ελληνικά λεξικό

  • κόμποστ

  • κοπρόχωμα

    neuter

    He visto la Directiva sobre vertederos, que ha conseguido que los desechos industriales, conocidos en tono de broma como "compost", sean desperdigados por la tierra.

    Είδα την οδηγία για τους χώρους υγειονομικής ταφής απορριμμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης, με την οποία βιομηχανικά απόβλητα -τα οποία χαρακτηρίζονται γελοιωδώς "κοπρόχωμα" καταλήγουν στο έδαφος.

  • κομπόστ

    neuter

    La mezcla del compost con la tierra acondiciona el suelo.

    Όταν αναμειγνύεται με το υπόλοιπο χώμα, το «κομπόστ» βελτιώνει το έδαφος.

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • Κομπόστ
    • φουσκί
    • οργανικό λίπασμα
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " compost " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "compost" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη