Μετάφραση του "compromiso" σε Ελληνικά

Οι δέσμευση, υποχρέωση, συμβιβασμός είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "compromiso" σε Ελληνικά.

compromiso noun masculine γραμματική

Acuerdo alcanzado por concesiones de las partes implicadas. [..]

+ Προσθήκη

Ισπανικά-Ελληνικά λεξικό

  • δέσμευση

    noun feminine

    Puesto que hay un compromiso social, debe haber un control estatal.

    Επειδή υπάρχει κοινωνική δέσμευση πρέπει να υπάρχει και κρατικός έλεγχος.

  • υποχρέωση

    noun feminine

    Esto crearía un riesgo grave de compensación cruzada y haría muy difícil controlar eficazmente el compromiso.

    Αυτό θα δημιουργήσει σημαντικό κίνδυνο διασταυρούμενης αντιστάθμισης και θα καταστήσει εξαιρετικά δύσκολη την αποτελεσματική παρακολούθηση της ανάληψης υποχρεώσεων.

  • συμβιβασμός

    masculine

    La Comisión aceptó la no inclusión de la referencia con talante de compromiso global.

    Η Επιτροπή αποδέχθηκε να μη συμπεριληφθεί η αναφορά, στο πνεύμα ενός συνολικού συμβιβασμού.

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • συμμετοχή
    • συμφωνία
    • ραντεβού
    • πίστη
    • μνηστεία
    • συνεννόηση
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " compromiso " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία

Compromiso
+ Προσθήκη

Ισπανικά-Ελληνικά λεξικό

  • Συμβιβασμός

    La Comisión aceptó la no inclusión de la referencia con talante de compromiso global.

    Η Επιτροπή αποδέχθηκε να μη συμπεριληφθεί η αναφορά, στο πνεύμα ενός συνολικού συμβιβασμού.

Φράσεις παρόμοιες με "compromiso" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "compromiso" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη