Μετάφραση του "compuesto" σε Ελληνικά

Οι ένωση, σύνθετος, μείγμα είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "compuesto" σε Ελληνικά.

compuesto adjective verb masculine γραμματική

Participio del verbo componer. [..]

+ Προσθήκη

Ισπανικά-Ελληνικά λεξικό

  • ένωση

    noun feminine

    Usamos un compuesto dental para fabricar estas botas.

    Ήταν μια οδοντική ένωση που χρησιμοποιήσαμε για να φτιάξουμε τις μπότες.

  • σύνθετος

    adjective

    Preparaciones para sopas, potajes o caldos; preparaciones alimenticias compuestas homogeneizadas

    Σούπες και ζωμοί και παρασκευάσματα για σούπες και ζωμούς·παρασκευάσματα διατροφής σύνθετα, ομογενοποιημένα.

  • μείγμα

    noun neuter

    Te dije que mi compuesto te llevaría a lugares desconocidos.

    Mε το δικό μου μείγμα, κάvεις δυvατά ταξίδια!

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • μίγμα
    • αποτελούμενος
    • κράμα
    • συμμιγής
    • αμάλγαμα
    • πολυμερή
    • χημική ένωση
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " compuesto " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "compuesto" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "compuesto" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη