Μετάφραση του "conciliar" σε Ελληνικά

Οι συμβιβάζω, συμφιλιώνω, συνδιαλλάττω είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "conciliar" σε Ελληνικά.

conciliar adjective noun masculine γραμματική

Lograr un acuerdo. [..]

+ Προσθήκη

Ισπανικά-Ελληνικά λεξικό

  • συμβιβάζω

    verb

    No puedo conciliar su historia con el hecho de que Soong no la mencionara nunca.

    Δε μπορώ να συμβιβάσω την ιστορία της με το γεγονός ότι ο πατέρας μου δεν την ανέφερε ποτέ.

  • συμφιλιώνω

    verb
  • συνδιαλλάττω

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " conciliar " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "conciliar" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "conciliar" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη