Μετάφραση του "conciliar" σε Ελληνικά
Οι συμβιβάζω, συμφιλιώνω, συνδιαλλάττω είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "conciliar" σε Ελληνικά.
conciliar
adjective
noun
masculine
γραμματική
Lograr un acuerdo. [..]
-
συμβιβάζω
verbNo puedo conciliar su historia con el hecho de que Soong no la mencionara nunca.
Δε μπορώ να συμβιβάσω την ιστορία της με το γεγονός ότι ο πατέρας μου δεν την ανέφερε ποτέ.
-
συμφιλιώνω
verb -
συνδιαλλάττω
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " conciliar " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Φράσεις παρόμοιες με "conciliar" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
Πρώτη Σύνοδος της Κωνσταντινούπολης
-
Οικουμενικές σύνοδοι
-
Πρώτη Σύνοδος της Νίκαιας
-
Α’ Βατικάνεια Σύνοδος
-
Σύνοδος της Εφέσου
-
σύνοδος
-
αποκοιμιέμαι · με παίρνει ο ύπνος
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη