Μετάφραση του "concreto" σε Ελληνικά
Οι σκυρόδεμα, συγκεκριμένος, τσιμεντένιος είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "concreto" σε Ελληνικά.
concreto (usa + lat.am.) [..]
-
σκυρόδεμα
noun neuterMezcla de agregados, agua, y un material para consolidar, generalmente cemento; que endurece hasta la contextura de la piedra al secar.
Las estructuras modernas de concreto tienen otra falla fatal.
Τα σύγχρονα κτίσματα από σκυρόδεμα έχουν ακόμα ένα μοιραίο ελάττωμα.
-
συγκεκριμένος
adjective masculineTampoco se considerarán parte del coste medio de un valor concreto;
Δεν αντιμετωπίζονται ως τμήμα του μέσου κόστους συγκεκριμένου στοιχείου του ενεργητικού·
-
τσιμεντένιος
adjective masculineY esta tumba en concreto podría tratarse de un mensaje
Ίσως αυτός ο τσιμεντένιος τάφος να είναι ένα μήνυμα
-
Λιγότερο συχνές μεταφράσεις
- μπετόν
- υλικός
- απτός
- χειροπιαστός
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " concreto " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Εικόνες με "concreto"
Φράσεις παρόμοιες με "concreto" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
ανακεφαλαιώνω · κανονίζω · συγκεκριμενοποιώ · συνοψίζω · υλοποιώ
-
συμπαγής κλάση
-
οπλισμένο σκυρόδεμα
-
σκυρόδεμα
-
συγκεκριμένα