Μετάφραση του "conducto" σε Ελληνικά
Το αγωγός είναι η μετάφραση του "conducto" σε Ελληνικά.
conducto
noun
masculine
γραμματική
Canal o paso en el cuerpo por el cual fluyen los líquidos. [..]
-
αγωγός
noun masculineNo, no voy a ser un conducto hacia tu hija.
Όχι, δεν θα γίνω ένας αγωγός μεταξύ εσένα και της κόρης σου.
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " conducto " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Φράσεις παρόμοιες με "conducto" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
θωρακική οδός
-
αεραγωγός · κανάλι αερισμού
-
ηπατικός σωλήνας
-
σπερματικός πόρος
-
αγωγός μολυσμένου αέρα
-
αεριαγωγός
-
θημωνιά · στοίβα · σωρός · φρέαρ υψικαμίνου
-
σπερματικός πόρος
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη