Μετάφραση του "conductora" σε Ελληνικά
Οι οδηγός, μηχανοδηγός, εισπράκτορας είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "conductora" σε Ελληνικά.
Persona de sexo femenino que puede conducir un automóvil. [..]
-
οδηγός
noun masculinePersona que puede conducir un automóvil.
Ha sido un placer ser su conductor, señora.
Ήταν μεγάλη μου χαρά που ήμουν ο οδηγός σας, κυρία.
-
μηχανοδηγός
noun masculineEl conductor no volverá a arrancar tras una parada automática de emergencia sin autorización del responsable de circulación.
Ο μηχανοδηγός δεν επανεκκινεί μετά το πεδίκλωμα χωρίς την έγκριση του υπευθύνου σηματοδότησης.
-
εισπράκτορας
noun masculinePersona que comprueba boletos a bordo de un transporte público.
Un conductor puede hacerte a mano un ticket una vez que estés a bordo.
O εισπράκτορας μπορεί να σου βγάλει εισιτήριο μέσα στο τρένο.
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " conductora " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Εικόνες με "conductora"
Φράσεις παρόμοιες με "conductora" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
μηχανοδηγός
-
τραμβαγέρης
-
ενιαίος σειριακός δίαυλος
-
οδηγός λεωφορείου
-
οδηγός τρένου
-
Αγωγός
-
ραδιοφωνικός παρουσιαστής
-
Αγωγός · αγωγός · εισπράκτορας · μηχανοδηγός · οδηγός · χειριστής μηχανήματος