Μετάφραση του "conocido" σε Ελληνικά
Οι γνωστός, γνώση, γνωριμία είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "conocido" σε Ελληνικά.
Persona a la que se ha hablado en varias ocasiones, que comparte un conocimiento común y con la que se tiene empatía. [..]
-
γνωστός
noun masculineTodos los designadores del punto final deberán ser acordados bilateralmente, es decir, conocidos por ambos sistemas.
Όλοι οι χρησιμοποιούμενοι κωδικοί τελικού σημείου καθορίζονται με διμερή συμφωνία, δηλ. είναι γνωστοί και στα δύο συστήματα.
-
γνώση
noun feminineEl control de los costes de gestión del programa exige que se conozcan los elementos del coste.
Ο έλεγχος του κόστους διαχείρισης του προγράμματος εξαρτάται από τη γνώση των στοιχείων κόστους.
-
γνωριμία
noun feminineLas situaciones que uno lee sobre conocer a los suegros.
́ Εχω διαβάσει για τη γνωριμία με τα πεθερικά.
-
Λιγότερο συχνές μεταφράσεις
- γνώριμος
- γνωστή
- αναγνωρίζω
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " conocido " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Φράσεις παρόμοιες με "conocido" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
έχω ακουστά
-
γνωστός
-
Αναζήτηση μεγάλων πρώτων αριθμών
-
γνωρίζω εξ όψεως
-
γίνομαι γνωστός
-
γνωρίζω · γνωστοποιώ
-
έρχομαι σε επαφή · αναγνωρίζω · βρίσκω · γνωρίζω · γνωστός · γνώριμος · επισκέπτομαι · λαμβάνω γνώση · μαθαίνω · ξέρω
-
κάλλιο πέντε και στο χέρι παρά δέκα και καρτέρει