Μετάφραση του "consecutivamente" σε Ελληνικά
Το διαδοχικά είναι η μετάφραση του "consecutivamente" σε Ελληνικά.
consecutivamente
adverb
De manera consecutiva; sin interrupción.
-
διαδοχικά
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " consecutivamente " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη