Μετάφραση του "consenso" σε Ελληνικά
Οι συναίνεση, ομοφωνία, κοινή συναίνεση είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "consenso" σε Ελληνικά.
consenso
noun
masculine
γραμματική
Convergencia general de las opiniones en el seno de un grupo.
-
συναίνεση
noun feminineacuerdo producido por consentimiento entre todos los miembros de un grupo o entre varios grupos
Las partes alegan que en la práctica tal consenso era imposible.
Τα μέλη ισχυρίζονται ότι η εν λόγω συναίνεση είναι στην πράξη αδύνατη.
-
ομοφωνία
noun femininePor el momento, no existe consenso al respecto entre las distintas partes.
Δεν υπάρχει ομοφωνία μεταξύ των φορέων έκφρασης συμφερόντων στην παρούσα φάση.
-
κοινή συναίνεση
feminineEl Comité mixto aprobará su reglamento interno por consenso.
Η μεικτή επιτροπή θεσπίζει τον εσωτερικό κανονισμό της με κοινή συναίνεση.
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " consenso " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Φράσεις παρόμοιες με "consenso" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
συναίνεση ύστερα από ενημέρωση
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη