Μετάφραση του "corrosivo" σε Ελληνικά
Το διαβρωτικός είναι η μετάφραση του "corrosivo" σε Ελληνικά.
corrosivo
adjective
masculine
γραμματική
Que tiene capacidad o tendencia a provocar corrosión.
-
διαβρωτικός
adjective masculineLos recipientes de retención o almacenamiento deben ser resistentes al efecto corrosivo del ácido nítrico.
Πρέπει να είναι ανθεκτικοί στη διαβρωτική ενέργεια του νιτρικού οξέος.
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " corrosivo " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη