Μετάφραση του "cortado" σε Ελληνικά

Οι κομμένος, κόβω, κοπή είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "cortado" σε Ελληνικά.

cortado adjective noun verb masculine γραμματική

Que está en un estado en el que se para o impide el paso o el movimiento a través.

+ Προσθήκη

Ισπανικά-Ελληνικά λεξικό

  • κομμένος

    particle neuter

    Aquí, su garganta fue cortada, la mitad de sus extremidades dislocada.

    Εδώ, κομμένος λαιμός, εξαρθρώσεις άκρων κατά το ήμισυ.

  • κόβω

    verb

    Papá me habría mantenido cortando leña por el resto de mi vida.

    Ο πατέρας μου θα με έβαζε να κόβω ξύλα για την υπόλοιπη ζωή μου.

  • κοπή

    noun

    Por su naturaleza y composición no es posible cortar o hacer lonchas el producto.

    Η φύση και η σύνθεσή του δεν επιτρέπουν την κοπή του σε τεμάχια ή φέτες.

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • συνεσταλμένος
    • υλοτομία
    • ντροπαλός
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " cortado " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "cortado" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "cortado" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη