Μετάφραση του "cotizar" σε Ελληνικά

Οι προσφέρω, διαπραγματεύομαι, καταβάλλω εισφορές είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "cotizar" σε Ελληνικά.

cotizar verb γραμματική
+ Προσθήκη

Ισπανικά-Ελληνικά λεξικό

  • προσφέρω

    verb

    Los Estados miembros tendrían la opción de ampliar ese requisito a las sociedades que no coticen en bolsa y a las cuentas individuales.

    Η πρόταση προσφέρει στα κράτη μέλη τη δυνατότητα να επεκτείνουν τηνποχρέωση αυτή στις μη εισηγμένες επιχειρήσεις και στους ατομικούς λογαριασμούς.

  • διαπραγματεύομαι

    ρήμα

    γίνονται αγοραπωλησίες των μετοχών μου σε χρηματιστήριο

    ¿Qué empresas pueden cotizar sus acciones en la bolsa?

    Ποιες εταιρείες μπορούν να διαπραγματεύονται τις μετοχές τους στο χρηματιστήριο;

  • καταβάλλω εισφορές

    — asegurarse o cotizar para el riesgo de vejez en un régimen de trabajadores por cuenta propia, o

    — να ασφαλισθεί ή να καταβάλλει εισφορές κατά του κινδύνου γήρατος σε σύστημα ασφαλίσεως μη μισθωτών ή

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " cotizar " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "cotizar" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη