Μετάφραση του "crisis" σε Ελληνικά
Οι κρίση, ύφεση, ξέσπασμα είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "crisis" σε Ελληνικά.
Período de tiempo en el que se estanca la economía, caracterizada por el alto desempleo y niveles bajos de inversión.
-
κρίση
noun feminineLas tensiones y las crisis no se pueden evitar completamente, pero podemos mitigar los daños que provocan.
Οι εντάσεις και οι κρίσεις δεν μπορούν να αποφευχθούν εντελώς, μπορούμε όμως να περιορίσουμε τη ζημιά που προκαλούν.
-
ύφεση
noun femininePeríodo de tiempo en el que se estanca la economía, caracterizada por el alto desempleo y niveles bajos de inversión.
De todos modos, esos segmentos padecieron menos la crisis económica.
Εν πάση περιπτώσει αυτά τα τμήματα της αγοράς επηρεάστηκαν λιγότερο από την οικονομική ύφεση.
-
ξέσπασμα
noun neuterEl final resultante de la descompensación es una crisis psicótica temporal.
Το τέλος του υποτροπιασμού είναι ένα προσωρινό ψυχολογικό ξέσπασμα.
-
παροξυσμός
noun masculine
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " crisis " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Φράσεις παρόμοιες με "crisis" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
χρηματοοικονομική κρίση
-
νομισματική κρίση
-
υγειονομική κρίση
-
διπλωματική κρίση
-
διαχείριση (της) κρίσης
-
νευρικός κλονισμός
-
ενεργειακή κρίση
-
πολιτική κρίση