Μετάφραση του "cubrir" σε Ελληνικά

Οι καλύπτω, σκεπάζω, κάλυψη είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "cubrir" σε Ελληνικά.

cubrir verb γραμματική

Recubrir (algo) con una capa de material sólido. [..]

+ Προσθήκη

Ισπανικά-Ελληνικά λεξικό

  • καλύπτω

    verb

    La competencia comunitaria existe en ámbitos ya cubiertos por la legislación comunitaria.

    Η Κοινότητα είναι αρμόδια για τομείς που καλύπτονται ήδη από την κοινοτική νομοθεσία.

  • σκεπάζω

    verb

    Cuando me quedo dormida en el sofá después de leer me cubre con una manta.

    ́ Οταν αποκοιμιέμαι στον καναπέ με σκεπάζει με μια κουβέρτα.

  • κάλυψη

    noun

    No obstante, las lechugas repolladas cultivadas a cubierto podrán tener el cogollo reducido.

    Ωστόσο, τα κεφαλωτά μαρούλια που καλλιεργούνται υπό κάλυψη είναι αποδεκτό να έχουν μικρή καρδιά.

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • περιλαμβάνω
    • περικλείω
    • εκτείνομαι
    • επικαλύπτω
    • επιχρίω
    • κάνω
    • υποστηρίζω
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " cubrir " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Εικόνες με "cubrir"

Φράσεις παρόμοιες με "cubrir" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "cubrir" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη