Μετάφραση του "curable" σε Ελληνικά

Το θεραπεύσιμος είναι η μετάφραση του "curable" σε Ελληνικά.

curable adjective masculine γραμματική

Que tiene cura.

+ Προσθήκη

Ισπανικά-Ελληνικά λεξικό

  • θεραπεύσιμος

    Que tiene cura.

    De todos modos, el ha sido que el cancer de piel es altamente curable si se coge pronto.

    Τέλος πάντων, είπε πως ο καρκίνος του δέρματος είναι θεραπεύσιμος αν διαγνωστεί εγκαίρως.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " curable " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "curable" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη