Μετάφραση του "currante" σε Ελληνικά
Το εργάτης είναι η μετάφραση του "currante" σε Ελληνικά.
currante
adjective
noun
masculine
γραμματική
-
εργάτης
nounobrero, alguien que realiza un trabajo normalmente manual
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " currante " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη