Μετάφραση του "débil" σε Ελληνικά
Οι αδύνατος, αδύναμος, αδύνατο είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "débil" σε Ελληνικά.
débil
adjective
masculine
γραμματική
Que le falta fuerza o habilidad.
-
αδύνατος
adjectiveQue le falta fuerza o habilidad.
Parece que lo atrapé fuera de la gramática de inglés antiguo, su punto más débil me temo.
Αν κι είναι αδύνατος στην Αγγ λική γραμματική.
-
αδύναμος
adjective masculineLe has hecho parecer débil enfrente de una preciosa mujer.
Τον έκανες να φανεί αδύναμος μπροστά σε μια όμορφη γυναίκα.
-
αδύνατο
adjectiveEl fuerte debe ayudar al débil.
Ο δυνατός πρέπει να βοηθά τον αδύνατο.
-
Λιγότερο συχνές μεταφράσεις
- αδύνατη
- ανήμπορος
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " débil " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Φράσεις παρόμοιες με "débil" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
βλαμμένος · κρετίνος
-
ασθενής αλληλεπίδραση
-
ασθενής πυρηνική αλληλεπίδραση
-
αδύνατο φύλο · ασθενές φύλο
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη