Μετάφραση του "debidamente" σε Ελληνικά
Οι δεόντως, προσηκόντως είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "debidamente" σε Ελληνικά.
debidamente
adverb
-
δεόντως
La evaluación se basó en la información que comunicaron, debidamente verificada.
Η εξέταση στηρίχτηκε στις πληροφορίες που υπέβαλαν οι εν λόγω παραγωγοί, αφού αυτές επαληθεύτηκαν δεόντως.
-
προσηκόντως
επίρρημα(λογ) κατά το αρμόζον / δέον / πρέπον
Erróneamente acusado como sabemos y debidamente liberado.
Κατηγορημένος εσφαλμένα όπως γνωρίζουμε και προσηκόντως απελευθερωμένος.
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " debidamente " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη