Μετάφραση του "decapitar" σε Ελληνικά
Οι αποκεφαλίζω, καρατομώ είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "decapitar" σε Ελληνικά.
decapitar
verb
γραμματική
Separar con un corte la cabeza de alguien de su cuerpo.
-
αποκεφαλίζω
verb -
καρατομώ
verb
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " decapitar " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη