Μετάφραση του "dedo" σε Ελληνικά
Οι δάχτυλο, δάκτυλο, δάκτυλος είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "dedo" σε Ελληνικά.
Una de las cinco extremidades que se pueden encontrarse en una mano o en un pie. [..]
-
δάχτυλο
noun masculine neuterUna de las extremidades largas de la mano utilizada por la prensión de objetos. [..]
Es como un rayo de luz alrededor de tu dedo.
Μοιάζει σαν αχτίδα ουράνιου τόξου γύρω απ'το δάχτυλο.
-
δάκτυλο
noun neuterUna de las cinco extremidades que se pueden encontrarse en una mano o en un pie.
En primer lugar, el término «hallux» significa «dedo gordo del pie» en latín.
Πρώτον, ο όρος «hallux» σημαίνει «μεγάλο δάκτυλο» του ποδιού στα λατινικά.
-
δάκτυλος
noun masculineDado de baja médica cuando perdió dos dedos en un accidente de cuarto de máquinas.
Αποστρατεύτηκε για ιατρικούς λόγους όταν έχασε δύο δάκτυλα σε ένα ατύχημα μηχανοστασίου.
-
Λιγότερο συχνές μεταφράσεις
- δάκτυλο του ποδιού
- δαχτυλίθρα
- ακροδάχτυλο οπλής
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " dedo " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Εικόνες με "dedo"
Φράσεις παρόμοιες με "dedo" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
δάκτυλο του ποδιού
-
κάνω ωτοστόπ
-
μέσος
-
δεν κουνάω ούτε το δαχτυλάκι μου
-
εκτίθεμαι · την πατάω μτφ
-
κάνω κρακ με τα δάχτυλά μου
-
δάχτυλο · παράμεσος
-
δάκτυλο · δάκτυλο του ποδιού · δάκτυλος