Μετάφραση του "defensor" σε Ελληνικά

Οι υπέρμαχος, δικηγόρος, υπερασπιστής είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "defensor" σε Ελληνικά.

defensor adjective noun masculine γραμματική

Un jugador del campo que tiene como rol principal impedir que los adversarios marquen goles. [..]

+ Προσθήκη

Ισπανικά-Ελληνικά λεξικό

  • υπέρμαχος

    noun masculine

    Sí soy defensora del comportamiento civilizado, puedes apostarlo.

    Ναι, είμαι υπέρμαχος της πολιτισμένη συμπεριφοράς, σίγουρα είμαι!

  • δικηγόρος

    noun m-f

    Lo cual en mi rol de defensor público, nunca haría.

    Το οποίο δε θα έκανα ποτέ ως δημόσιος δικηγόρος υπεράσπισης.

  • υπερασπιστής

    noun masculine

    Persona que defiende con convicción una tesis, un ideal o un proyecto.

    Parece que el congresista era un fiero defensor de los derechos de agua de las granjas pequeñas.

    Ο γερουσιαστής ήταν ένθερμος υπερασπιστής των μικρών αγροτών για το νερό.

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • συνήγορος
    • αμυντικός
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " defensor " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "defensor" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "defensor" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη