Μετάφραση του "degollar" σε Ελληνικά
Οι καρατομώ, κόβω τον λαιμό είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "degollar" σε Ελληνικά.
degollar
verb
γραμματική
Cortar el cuello.
-
καρατομώ
Verb verb(λόγ.) αποχωρίζω το κεφάλι από το σώμα κόβοντας το λαιμό, κυρίως στη λαιμητόμο, σε εκτέλεση θανατικής καταδίκης· αποκεφαλίζω
La reina ordenó que degollaran al traidor.
Η βασίλισσα διέταξε να καρατομήσουν τον προδότη
-
κόβω τον λαιμό
Matar a una persona o un animal cortándole el cuello o la garganta.
Parece que degollaron a la víctima
Φαίνεται ότι έκοψαν τον λαιμό του θύματος.
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " degollar " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη