Μετάφραση του "demanda" σε Ελληνικά
Οι ζήτηση, μήνυση, αγωγή είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "demanda" σε Ελληνικά.
demanda
noun
verb
feminine
γραμματική
Deseo, habilidad o disposición de un individuo para comprar un bien o servicio. [..]
-
ζήτηση
noun feminineDeseo, habilidad o disposición de un individuo para comprar un bien o servicio. [..]
A medio plazo, puede aumentar de nuevo la demanda sobre la industria de la Unión.
Μεσοπρόθεσμα, μπορεί να αυξηθεί εκ νέου η ζήτηση στον κλάδο παραγωγής στην Ένωση.
-
μήνυση
nounEstán sujetos a una demanda por no proveer eso.
Υπόκεισθε σε μήνυση διότι δεν τον παρείχατε αυτό.
-
αγωγή
noun feminineLa demanda de nulidad se dirigió contra el Sr.
Η εν λόγω αγωγή ακυρώσεως στρέφεται κατά του S.
-
Λιγότερο συχνές μεταφράσεις
- ερώτηση
- αίτημα
- απαιτώ
- Αγωγή
- απαίτηση
- αξίωση
- δίκη
- ερώτημα
- ερωτηματικό
- απορία
- διεκδίκηση αποζημίωσης
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " demanda " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Φράσεις παρόμοιες με "demanda" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
ζήτηση νερού
-
ζήτηση ενέργειας
-
εγείρω αγωγή
-
Video on Demand
-
Νόμος της προσφοράς και της ζήτησης · προσφορά και ζήτηση
-
είδος αξίωσης
-
καταναλωτική ζήτηση
-
βιοχημικά απαιτούμενο οξυγόνο
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη