Μετάφραση του "depravado" σε Ελληνικά

Οι διεφθαρμένος, ακόλαστος είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "depravado" σε Ελληνικά.

depravado verb masculine γραμματική

Que muestra el efecto de un exceso de indulgencia en el placer sensual.

+ Προσθήκη

Ισπανικά-Ελληνικά λεξικό

  • διεφθαρμένος

    adjective masculine

    Este lugar es una madriguera de malvados y depravados.

    Ολόκληρη η πόλη είναι ένας λαβύρινθος των αδύναμων και των διεφθαρμένων.

  • ακόλαστος

    adjective masculine

    Que muestra el efecto de un exceso de indulgencia en el placer sensual.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " depravado " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "depravado" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

  • ακόλαστος
  • διαστρέφω · διαφθείρω · εξαχρειώνω
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "depravado" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη