Μετάφραση του "desamparar" σε Ελληνικά

Το εγκαταλείπω είναι η μετάφραση του "desamparar" σε Ελληνικά.

desamparar verb γραμματική

No soportar a alguien que lo necesita o cuenta con uno.

+ Προσθήκη

Ισπανικά-Ελληνικά λεξικό

  • εγκαταλείπω

    Verb verb

    1. αφήνω κτ. ή κπ. κάπου και φεύγω, αδιαφορώντας για τη μελλοντική του τύχη 2. απομακρύνομαι από κπ., παύω να βρίσκομαι κοντά του και να τον υποστηρίζω

    Los servicios sociales los desampararon por carecer de presupuesto.

    Οι κοινωνικές υπηρεσίες τους εγκατέλειψαν λόγω έλλειψης προϋπολογισμού.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " desamparar " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "desamparar" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

  • αβοήθητος · ανυπεράσπιστος · απροστάτευτος
  • εγκατάλειψη · παραμέληση
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "desamparar" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη