Μετάφραση του "desecho" σε Ελληνικά
Οι σκουπίδι, απορρίμματα, άχρηστο υλικό είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "desecho" σε Ελληνικά.
producto viscoso de la nariz que por ocasiones se solidifica [..]
-
σκουπίδι
noun neuterNadie quiere comprar la música de un Policía tuerto y de un desecho humano apático.
Κανείς δεν θέλει να αγοράσει μουσική από έναν μονόφθαλμο μπάτσο και ένα απαθές σκουπίδι.
-
απορρίμματα
nounMaterial, a menudo inservible, sobrante de un procedo de manufactura, industrial, agrícola u otro; Material dañado o alterado durante un proceso de fabricación y, posteriormente, considerado inútil.
Manufactura mediante tratamiento termal o electrolítico de aluminio sin alear o de desperdicios y desechos de aluminio
Κατασκευή με θερμική ή ηλεκτρολυτική επεξεργασία από αργίλιο όχι σε κράμα ή απορρίμματα και θραύσματα αργιλίου
-
άχρηστο υλικό
noun
-
Λιγότερο συχνές μεταφράσεις
- απώλειες
- υπολείμματα
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " desecho " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Εικόνες με "desecho"
Φράσεις παρόμοιες με "desecho" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
πλαστικά απορρίμματα
-
τεχνική μετατροπής των αποβλήτων (απορριμμάτων)
-
απόβλητα σφαγείου
-
απορρίμματα
-
υγρά απόβλητα
-
πλαστικά απορρίμματα
-
ξέβρασμα
-
αποβάλλω · απορρίπτω