Μετάφραση του "destructivo" σε Ελληνικά

Οι καταστρεπτικός, καταστροφικός είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "destructivo" σε Ελληνικά.

destructivo adjective masculine γραμματική

Que causa o puede causar destrucción.

+ Προσθήκη

Ισπανικά-Ελληνικά λεξικό

  • καταστρεπτικός

    adjective masculine

    Te puede parecer chistoso, pero yo creo firmemente que bailar puede ser destructivo.

    Μπορεί να το θεωρείτε αστείο, αλλά πιστεύω ακράδαντα ότι ο χορός μπορεί να είναι καταστρεπτικός.

  • καταστροφικός

    adjective masculine

    Pero no hay ángel tan destructivo como su codicia.

    Όμως κανένας άγγελος δεν είναι τοσό καταστροφικός όσο η απληστία τους.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " destructivo " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Εικόνες με "destructivo"

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "destructivo" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη