Μετάφραση του "determinismo" σε Ελληνικά

Οι αιτιοκρατία, Αιτιοκρατία είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "determinismo" σε Ελληνικά.

determinismo noun masculine γραμματική

Propiedad de tener un comportamiento determinado sólo por el estado y las entradas. [..]

+ Προσθήκη

Ισπανικά-Ελληνικά λεξικό

  • αιτιοκρατία

    noun feminine

    Pero es necesario explicitar la noción de patrimonio genético, ya que no se ha alcanzado el determinismo total a partir de los genes.

    Όμως, η έννοια της γενετικής κληρονομιάς πρέπει να διασαφηνιστεί, διότι η πλήρης αιτιοκρατία βάσει των γονιδίων δεν έχει ακόμη επιτευχθεί.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " determinismo " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία

Determinismo
+ Προσθήκη

Ισπανικά-Ελληνικά λεξικό

  • Αιτιοκρατία

    Φιλοσοφική τάση

    Pero es necesario explicitar la noción de patrimonio genético, ya que no se ha alcanzado el determinismo total a partir de los genes.

    Όμως, η έννοια της γενετικής κληρονομιάς πρέπει να διασαφηνιστεί, διότι η πλήρης αιτιοκρατία βάσει των γονιδίων δεν έχει ακόμη επιτευχθεί.

Φράσεις παρόμοιες με "determinismo" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "determinismo" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη