Μετάφραση του "devoto" σε Ελληνικά
Οι ευσεβής, πιστός, θεοφοβούμενος είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "devoto" σε Ελληνικά.
devoto
adjective
noun
masculine
γραμματική
Caracterizado por la devoción. [..]
-
ευσεβής
adjective masculineCreo que Judas es devoto.-PCT
Εγώ υποστηρίζω ότι ο Ιούδας ήταν ευσεβής.
-
πιστός
noun masculineEl don de la vida se reserva solo para nuestros adoradores más devotos y nuestros hermanos.
Το δώρο της ζωής είναι μόνο για τους πιο πιστούς οπαδούς μας και για τ'αδέλφια μας.
-
θεοφοβούμενος
adjective masculine
-
Λιγότερο συχνές μεταφράσεις
- θεοσεβούμενος
- θρήσκος
- οπαδός
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " devoto " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Εικόνες με "devoto"
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη