Μετάφραση του "dilatar" σε Ελληνικά
Το διαστέλλω είναι η μετάφραση του "dilatar" σε Ελληνικά.
dilatar
verb
γραμματική
-
διαστέλλω
1. αυξάνω τις διαστάσεις (ενός πράγματος). διευρύνω (αντίθετο: συστέλλω) 2. ΦΥΣ. (για τη θερμότητα) αυξάνω τον όγκο ενός σώματος
El calor dilata el metal.
Η θερμότητα διαστέλλει το μέταλλο.
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " dilatar " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Φράσεις παρόμοιες με "dilatar" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
διατατική μυοκαρδιοπάθεια
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη