Μετάφραση του "disgregarse" σε Ελληνικά
Οι αποσυντίθεμαι, διασπώμαι είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "disgregarse" σε Ελληνικά.
-
αποσυντίθεμαι
Verb(μτφ.) περιέρχομαι σε κατάσταση πλήρους αποδιοργάνωσης, ώστε να μην υπάρχει συνοχή μεταξύ των μερών μου
A una comunidad sin pastor le falta la cabeza, y el cuerpo sin cabeza muere, se disgrega.
Σε μια κοινότητα χωρίς ποιμένα της λείπει το κεφάλι και το σώμα χωρίς κεφάλι πεθαίνει, αποσυντίθεται.
-
διασπώμαι
verb1. χωρίζομαι σε τμήματα (για ένα οργανωμένο σύνολο) συνήθως απότομα ή βίαια, 2. χάνω τη συνοχή, την ενότητα μου 3. διαχωρίζομαι στα στοιχεία που με αποτελούν και προσδιορίζομαι αντίστοιχα μέσω της εφαρμογής συγκεκριμένων επιστημονικών μεθόδων (π.χ. χημικές, μαθηματικές)
1. Ahora bien: cuando el átomo se disgrega ¿qué es lo que se produce? 2. La concentración de los estudiantes se disgregó pasadas unas horas.
1. Τώρα, όταν το άτομο διασπάται, τι παράγεται; 2. Η αυτοσυγκέντρωση των μαθητών διασπάστηκε μετά από μερικές ώρες.
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " disgregarse " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate