Μετάφραση του "dividir" σε Ελληνικά

Οι διαιρώ, χωρίζω, μοιράζω είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "dividir" σε Ελληνικά.

dividir verb γραμματική

Hacer divisiones en un objeto, área o espacio en secciones o partes. [..]

+ Προσθήκη

Ισπανικά-Ελληνικά λεξικό

  • διαιρώ

    verb

    De modo que en la explicación inspirada se utilizó un juego de palabras con el término “Perés” y la raíz, que significa “dividir”.

    Έτσι λοιπόν, η θεόπνευστη εξήγηση περιλάμβανε ένα διπλό λογοπαίγνιο με τη λέξη «Φερές» και τη ρίζα που σημαίνει «διαιρώ».

  • χωρίζω

    verb

    Mi hijo dijo que se dividió en dos antes de caer.

    Ο γιος μου είπε ότι είδε τον μετεωρίτη, να χωρίζεται στα δύο, πριν χτυπήσει την πόλη.

  • μοιράζω

    verb

    Y dividían las ganancias con Chapple, las que el guardaba en su caja de seguridad en el banco.

    Και μοιράζονται τα κέρδη μαζί με τον Τσαπλ, τα οποία τα κρατάει στην θυρίδα του στην τράπεζα.

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • διχάζω
    • τεμαχίζω
    • σχίζω
    • διασπώ
    • διαχωρίζω
    • χωρίζομαι
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " dividir " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Εικόνες με "dividir"

Φράσεις παρόμοιες με "dividir" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "dividir" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη