Μετάφραση του "divino" σε Ελληνικά

Οι θεϊκός, θεϊκή, θεϊκό είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "divino" σε Ελληνικά.

divino adjective masculine γραμματική

Hermoso, encantador o increíble - en relación a una experiencia sensual (comparable a la experiencia del paraiso).

+ Προσθήκη

Ισπανικά-Ελληνικά λεξικό

  • θεϊκός

    adjective masculine

    Disposición o ley, tanto divina como humana, establecida y registrada formalmente.

    Επίσημα θεσπισμένος και καταγραμμένος κανόνας ή νόμος, θεϊκός ή ανθρώπινος.

  • θεϊκή

    Vi tu teléfono ahí y la idea apareció en mi cabeza como una intervención divina.

    Είδα το κινητό σου κι η ιδέα μου ήρθε σαν θεϊκή παρέμβαση.

  • θεϊκό

    La tomó como un símbolo, un símbolo de que su derecho a gobernar era divino.

    Τη θεώρησε ως σημάδι, ότι είχε θεϊκό δικαίωμα να κυβερνά.

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • θείος
    • θεσπέσιος
    • άγιος
    • θεόμορφος
    • ιερός
    • θαυμάσιος
    • ουράνιος
    • αιθέριος
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " divino " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "divino" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "divino" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη